Πριν ακόμα καθιερωθεί ως μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, η Κατερίνα Χέλμη είχε ήδη κάτι που δεν περνούσε απαρατήρητο. Ένα βλέμμα καθαρό, μια φυσική κομψότητα, μια παρουσία που «γέμιζε» τον φακό.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1939, η σπουδαία ηθοποιός χάρισε στο κοινό συγκλονιστικές ερμηνείες τόσο στη σκηνή όσο και στη μεγάλη οθόνη. Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1957 στην ταινία «Μπαρμπαγιάννης ο κανατάς», όμως η ταινία που τη σημάδεψε ήταν τα «Κόκκινα φανάρια» το 1963, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη. Εκεί, η ατάκα «Μην φύγεις, Ντόρη, θα φαρμακωθώ» έμελλε να μείνει στην ιστορία.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1955, σε ηλικία μόλις 16 ετών, είχε φωτογραφηθεί σε ένα πορτραίτο που έμελλε να θεωρηθεί αριστουργηματικό. Μαθήτρια τότε Γυμνασίου και σπουδάστρια στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στάθηκε μπροστά στον φακό του φωτογράφου Χρήστου Τσέλιου. Η ιστορία λέει πως ο δημιουργός τη διέκρινε έξω από τη βιτρίνα του ατελιέ του και εντυπωσιάστηκε αμέσως από την κλασική ομορφιά και τη διακριτική γοητεία της.
Ο Τσέλιος, από τους σημαντικότερους πορτραιτίστες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, δούλευε με πλάκες μεγάλου φορμά και αξιοποιούσε την τεχνική High Key, όπου το λευκό κυριαρχεί και οι σκούρες λεπτομέρειες αναδεικνύουν το πρόσωπο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πορτραίτο σχεδόν αιθέριο, που κέρδισε πλήθος ελληνικών και διεθνών διακρίσεων, ανάμεσά τους και το πρώτο Χρυσό Βραβείο της Φωτογραφικής Ομοσπονδίας της Ευρώπης.

Με καταγωγή από την Κεφαλονιά και μεγαλωμένη στην Πλάκα, σε ένα περιβάλλον με βαθιά καλλιέργεια, η Χέλμη βρήκε πολύ νωρίς την κλίση της. Στα μαθητικά της χρόνια, παρακολουθώντας την «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σω στο θέατρο «Κοτοπούλη», αποφάσισε πως το θέατρο θα είναι η ζωή της. Έδωσε εξετάσεις πριν καν τελειώσει το σχολείο, φοίτησε στη Σχολή του Εθνικού, στη σχολή του Κουν και αργότερα στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη.
View this post on Instagram
Η πορεία της υπήρξε μακρά και γεμάτη επιτυχίες. Στο θέατρο και στον κινηματογράφο άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα, με κορυφαίες στιγμές στις ταινίες «Κόκκινα φανάρια» και «Νόμος 4.000», όπου η δραματική της ένταση θύμιζε αρχαία τραγωδία. Στην προσωπική της ζωή στάθηκε δίπλα στον σύζυγό της, τον ιστορικό και ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, μέχρι τον θάνατό του το 2019.
Σήμερα, με τα ασημένια της μαλλιά και την ίδια διακριτική γοητεία που διέκρινε ο φακός το 1955, παραμένει μια πνευματική και καλλιτεχνική παρουσία με αστείρευτη αγάπη για τη ζωή και τη δημιουργία.