Ο Μαρκ διάβασε ξανά το σημείωμα.
Τα χέρια του έτρεμαν.
Η Έμιλι δεν είπε τίποτα.
Τον άφησε να τελειώσει.
Στο κόκκινο χαρτί υπήρχε μόνο μία φράση.
«Ο φάκελος που έκρυβες στο κάτω συρτάρι βρίσκεται ήδη στα χέρια του δικηγόρου μου.»
Ο Μαρκ σήκωσε απότομα το κεφάλι.
«Τι έκανες;»
Η Έμιλι χαμογέλασε ήρεμα.
«Αυτό που έπρεπε να κάνω εδώ και πολύ καιρό.»
Εκείνος έτρεξε προς το γραφείο.
Άνοιξε το συρτάρι.
Ο καφέ φάκελος είχε εξαφανιστεί.
«Όχι…»
Η Έμιλι ακούμπησε έναν δεύτερο φάκελο πάνω στο τραπέζι.
«Μέσα υπάρχουν αντίγραφα.»
«Από τι;»
Η φωνή του έσπασε.
«Από τους λογαριασμούς που άνοιξες κρυφά.»
«Από τις μεταφορές χρημάτων.»
«Και από τα δάνεια που είχες βάλει να συνυπογράψω χωρίς να γνωρίζω τι πραγματικά υπέγραφα.»
Ο Μαρκ χλόμιασε ακόμη περισσότερο.
«Μπορώ να σου εξηγήσω.»
Η Έμιλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Όχι.»
«Έξι χρόνια εξηγούσες.»
«Τώρα θα ακούσεις εσύ.»
Του έδωσε έναν ακόμη φάκελο.
Μέσα υπήρχαν τα χαρτιά του διαζυγίου.
Και μια επιστολή.
«Δεν έχασα κιλά για να σε κάνω να μετανιώσεις.»
«Έμαθα να αγαπώ ξανά τον εαυτό μου.»
«Και όταν άρχισα να τον αγαπώ, κατάλαβα ότι δεν άξιζες ούτε ένα ακόμη δάκρυ μου.»
Ο Μαρκ έμεινε σιωπηλός.
Για πρώτη φορά δεν είχε καμία δικαιολογία.
Καμία προσβολή.
Καμία δύναμη.
Πήρε την τσάντα του.
Έφτασε μέχρι την πόρτα.
Γύρισε.
«Υπάρχει έστω μία πιθανότητα…»
Η Έμιλι τον διέκοψε ήρεμα.
«Όχι.»
«Γιατί η γυναίκα που άφησες πριν από δύο μήνες δεν υπάρχει πια.»
Έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω του.
Η Έμιλι κοίταξε την αντανάκλασή της στον καθρέφτη.
Δεν είδε μια γυναίκα που είχε χάσει βάρος.
Είδε μια γυναίκα που είχε ξεφορτωθεί το πιο βαρύ φορτίο της ζωής της.
Και αυτό δεν μετριόταν ποτέ σε κιλά.