Για λίγα λεπτά, η καρδιά της Αθήνας άλλαξε ρυθμό. Εκεί που συνήθως κυριαρχεί η βιασύνη και ο θόρυβος, κάτι διαφορετικό συνέβη και έκανε τον κόσμο να σταματήσει.
Ο Πάνος Βλάχος αποφάσισε να αφήσει πίσω του τη σκηνή όπως τη γνωρίζουμε και να σταθεί ανάμεσα στους περαστικούς, μετατρέποντας την Ερμού σε έναν απρόσμενο χώρο μουσικής έκφρασης.
Χωρίς φώτα, χωρίς μικρόφωνα και χωρίς καμία προετοιμασία που θυμίζει συναυλία, πήρε την κιθάρα του και άρχισε να τραγουδά. Οι πρώτες νότες του «Αυτά τα χέρια» έσπασαν τη ρουτίνα της πόλης και έδωσαν το έναυσμα για κάτι που κανείς δεν περίμενε.

Στην αρχή, οι περαστικοί κοντοστάθηκαν με απορία. Η εικόνα ενός γνωστού καλλιτέχνη να τραγουδά στο δρόμο, χωρίς καμία απόσταση από το κοινό, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Πολύ γρήγορα, όμως, η αμηχανία μετατράπηκε σε ενθουσιασμό.
Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω του, σχηματίζοντας έναν αυθόρμητο κύκλο. Κάποιοι τραγουδούσαν μαζί του, άλλοι απλώς παρακολουθούσαν με χαμόγελο, απολαμβάνοντας μια στιγμή που έμοιαζε να ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.
Ο Πάνος Βλάχος δεν περιορίστηκε μόνο στα δικά του τραγούδια. Ερμήνευσε και γνωστά κομμάτια του ελληνικού ρεπερτορίου, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη ζωντάνια στην ατμόσφαιρα και κάνοντας όλους να νιώσουν μέρος της ίδιας εμπειρίας.
Αυτό που ξεχώρισε δεν ήταν μόνο η μουσική, αλλά η αμεσότητα. Δεν υπήρχε σκηνή, δεν υπήρχαν όρια. Ήταν μέσα στο πλήθος, συνομιλούσε, γελούσε, αντάλλασσε βλέμματα και αντιδράσεις.
Ακόμη και μετά το τέλος, δεν απομακρύνθηκε. Έμεινε εκεί, προσιτός και χαλαρός, μιλώντας με τον κόσμο, υπογράφοντας αυτόγραφα και φωτογραφιζόμενος χωρίς καμία επιτήδευση, σαν να ήταν μια απλή, καθημερινή στιγμή.